Ημερομηνία - Ώρα:       - 

Επικοινωνία:

Sites, blogs, οργανώσεις πολιτών και φορείς φιλικά προσκείμενοι στους Ανεξάρτητους Έλληνες που θέλουν να καταχωρηθούν στις αντίστοιχες λίστες ας το δηλώσουν μέσω του ChatBox των Λακώνων ή ας μας αποστείλουν email στο anex.el.lakon@gmail.com

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η δική σας φωνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η δική σας φωνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

Ο ΜΑΝΟΥΣΟΣ, Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΒΟΣΚΟΣ, ΣΤΟ …ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ

Γράφει ο φιλόλογος Μιχάλης Τζανάκης

Εισήγηση του κρητικού βοσκού, Μανούσου στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με θέμα : «Ευρώπη και ελληνική κρίση»

ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ, του ανταποκριτή μας,

Σύντεκνοι και συντέκνισσες,

Άφηκα τα οζά στ αόρι*, για να ρθω επαέ* να σα σε πω δυο κουβέντες και να τσ ακούσετε με προσοχή.

Θαρρώ, πως δε καταλαβαίνετε πως ούλοι οι Έλληνες δεν είναι σα κι αυτούς που ρχονται κάθε τρεις και λίγο επαέ και τους κουνείτε τα δαχτύλια, να φοβηθούνε, κι ούτε έχουμε ούλοι οι Έλληνες τον καφά* του Βενιζέλου να μας εσβερκώνετε*, όποτε σας γουστάρει και να μας ελαλείτε σα τα πρόβατα.

Κατέχομε το, πως οι κυβερνήτες μας ήτονε μπήτι* άχρηστοι κι αχαϊρευτοι και μας επαίζανε σαν τα μαϊμούνια 30 χρόνια τώρα. Κατέχομε το πώς δεν κατέχανε να μοιράσουνε δυο γαϊδάρω άχερα, κι αν τα μοιράζανε τα παίρνανε ούλα για την αφεντιά τως. Κατέχομε το πώς φταίμε κι εμείς απού τσι ψηφίζαμε τοσανά χρόνια, μα ίντα θέτε δα από πα και πέρα; Αυτά θα τα ξεκαθαρίσομε εμείς λίαν συντόμως, είναι δικοί μας λογαριασμοί.

Από τ αόρι μαθαίνω πως μόνη σας έγνοια είναι να πάρετε τα χαρθιά που σα σε χρωστούμε. Μα σεις μωρέ θέτε πια πολλά από κείνανά που μας εδώκετε. Και θαρρώ πως δε θέτε μόνο χαρθιά. Θέτε κι άλλα που δε μπορείτε μαυροκακομοίρηδες να τα πάρετε χρόνια τώρα. Τον ήλιο μωρέ θέτε, και τη θάλασσα, και τον ουρανό μας, και τα πουλιά μας, και τσι βράχους μας και το φιλότιμο μας και το γέλιο μας και τσι χορούς μας και τσι μουσικές μας και τα φαγιά μας και τσι φωνές μας. Ζηλεύετε μωρέ παράωροι* τα οζά* μου, το μιτάτο μου, την ασκομαντούρα* μου. Εκεινονά είναι το πρόβλημα σας.

Ανεμαζώνεστε επαέ ούλοι οι σφουγγοκωλάριοι* και λέτε ούλες τσι παραωριές για τσι τράπεζες και τα ομόλογα και τα σκουπιδόχαρτα σας. Και θαρρείτε πως ετουτανά τα χαρθιά είναι η πλάση κι η πρόοδος σας. Μαύρα μεσάνυχτα έχετε ούλοι σας.

Κι ύστερα λέτε πως θα μας πετάξετε όξω από την Ευρώπη. Ίντα θαρρείτε μωρέ, πως είναι εκεινηνά η Ευρώπη χωρίς την Ελλάδα; Πράμα δεν είναι. Και τ όνομα τζι, τσ αρχαίους έλληνες παραμυθάδες το χρωστεί. Ίντα θαρρείτε πως είναι η Ευρώπη; Οι αποικίες σας είναι απού ξεβγάλατε ούλους τσι λαούς για να τοσε παίρνετε τα χρυσάφια γή τα στρατόπεδα που ξεβγάνατε τς Οβραίους; Τον κακό σας το φλάρο… ο Παρθενώνας είναι μωρέ κι ούλα τα κλεψιμέικα* που χετε στα μουσεία σας και δείχνετε τα τσι Κινέζους. Εμείς μωρέ στα βουνά κλέφτομε τα πρόβατα να κάνομε σεϊρι* τς άλλους βοσκούς, μα δε κλέφτομε ιδέες και ιδανικά κι αξίες. Κι εμείς άμα στο χωριό ζορίζεται ένας πάμε ούλοι και προστρέχομε να τονε βοηθήσομε.

Επαέ μέσα που είστε και καλά γραμματιζούμενοι, δεν έχετε ακούσει για τον μεγάλο παραμυθά, τον Όμηρο, τσ Αισχύλους, τσι Περικλήδες, τσ Αριστοτέληδες, τσι Παλαιολόγους, τσι Μακρυγιάννηδες, τσι Παλαμάδες και τσι Θοδωράκηδες; Κατέχετε τσι ούλους, γιατί αυτοί μωρέ σας τα μάθανε τα γράμματα.

Κι οι κολόνες, μωρέ, τσι δρόμους σας κι αυτές από μας τσι πήρετε και τσι γλώσσες, μωρέ, που μιλείτε δικές μας είναι. Εγώ που δεν κατέχω γρι εγγλέζικα, σας ακούω από οψάργας* και τα μισά που λέτε ρωμέικα είναι και δεν το χαμπαριάζετε.

Από πού μωρέ θα μας σε βγάλετε; Από το σπίτι τω παππούδω σας; Να μας σε βγάλετε μωρέ, μα ν αλλάξετε όνομα και γλώσσα και να μη λέτε για δημοκρατία και φιλοσοφία. Και να βγάλετε μωρέ τσ Αφροδίτες και τσι Φειδίες απ τα μουσεία σας, να δείχνετε μωρέ τα Άουσβιτς και τσ αλυσίδες τω σκλάβων τσ Αφρικής.

Επαέ ήρθα να σα σε πω εκεινανά που οι Λουκάδες* και τα Γιωργάκια* και τ Αντωνάκια* δε σας σε λένε, γιάντα τς Αμερικές και στα Λονδίνα δεν επαίξανε Κορνάρο, δεν εμάθανε για τσι Δροσουλίτες και δεν ακούσανε τσι μπαλωθιές του Κόρακα* και του Ξωπατέρα*. Σφουγγοκωλάριοι εσπουδάσανε να ανταλλάσσουνε χαρθιά και «κουρέματα». Ίσαμε εκεια πήγανε. Και δα εβρήκε ο Φίλιππος το Ναθαναήλ. Εγώ μωρέ, έχω τα ντουφέκια τω παππούδω μου που πολεμούσανε για τα «ΟΧΙ», αυτοί λένε την αλήθεια, όχι τα ινστιτούτα σας- που γέμισε ο κόσμος από τέτοια-, και οι λέσχες σας απού ναι πιο πολλές απ τα σχολεία πια στη χώρα μου, που λένε μόνο «ΝΑΙ».

Να ρθετε μωρέ ούλοι σας στο μιτάτο* να σα σε φιλέψω, να ρθετε να πιούμε τη ρακή, να σας σε χτυπήσει μιαολιά* αέρας κρητικός, γιατί μόνο έτσιδά θα ξεξινίσετε, γιατί ανέ δείτε τα μούτρα σας, είναι όλο κακομοιριά και παραωριά.

Και μάθετε καλά, πως χωρίς τσι μπεμβέδες τσι μερσεντέδες και τσ ανοστιές που μας εταΪζετε, Ελλάδα θα υπάρχει, χωρίς τσ Αφροδίτες μας έχετε μπατιρίσει ντελόγο* και κατέχετε το καλά όσο κι εγώ. Από δα και μπρος το λοιπό, μ εμένα θα κάμετε τη διαπραγμάτευση κι όχι με τα Γιωργάκια, τα Αντωνάκια και τσι Λουκάδες. Κι εγώ δεν είμαι ο «anonymous»,να φορώ τη μουστρουχίνα* στα μούτρα μου, να μαι σαν τη μασκάρα, είμαι ο Μανούσος, ο βοσκός απ τα βουνά τσι Κρήτης.

αόρι* βουνό
επαέ* εδώ
καφάς* σβέρκος
εσβερκώνετε* χτυπώ στο κεφάλι, δίνω καρπαζιά.
Μπήτι* εντελώς
Επαίζανε* κοροϊδεύανε
παράωροι* ανόητοι
οζά* ζώα
σφουγγοκωλάριοι* καζαντζακική λέξη, γραφειοκράτες
ασκομαντούρα* μουσικό όργανο (παρόμοιο με τη σκωτζέζικη γκάιντα) που παίζουν βοσκοί της Κρήτης, κατασκευασμένο από δέρμα προβάτου.
οψάργας* χθες αργά
Λουκάδες* και τα Γιωργάκια* και τ Αντωνάκια* Λ. Παπαδήμος, μη εκλεγμένος πρωθυπουργός, Γ. Παπανδρέου, Α. Σαμαράς,αρχηγοί κομμάτων που κατάστρεψαν την Ελλάδα.
Κόρακας* Ξωπατέρας*. Ήρωες των κρητικών επαναστάσεων που θυσιάστηκαν για την ελευθερία. Ο Μ. Κόρακας, από την Πόμπια, πήρε μέρος σε πάρα πολλά κινήματα και επαναστάσεις μέσα κι έξω από την Κρήτη και θεωρείται ένας απ τους σημαντικότερους «τουρκοφάγους» των ελληνικών επαναστάσεων του 19ου αιώνα. Ο Ξέπαπας, ή Ξωπατέρας υπερασπίστηκε με λίγους καλόγερους , απέναντι σε ολόκληρο στρατό, το μοναστήρι της Οδηγήτριας στη Μεσαρά, μέχρι να πέσει και ο τελευταίος απ τους πολιορκημένους
Κλεψιμέικα* κλοπιμαία
κάνομε σεϊρι* κοροϊδεύουμε
μιτάτο* πετρόχτιστο καταφύγιο των βοσκών στα ορεινά της Κρήτης
μιαολιά* λιγάκι
ντελόγο* αμέσως
μουστρουχίνα*μάσκα

Ο βουβός πόνος του '40 για το 1821..

Γράφει η Κωνσταντίνα Παλαιολόγου.

Υπάρχουν άνθρωποι δίπλα μας που έχουμε μάθει να μην βλέπουμε. Να μην ακούμε. Δεν αναρωτιώμαστε τί σκέψεις κάνουν, τί αισθήματα νοιώθουν, πώς βιώνουν την σκληρή πραγματικότητα. Αυτή την πραγματικότητα που περνάμε όλοι μας, τρέχοντας πλέον να φέρουμε ένα κομμάτι ψωμί στο σπίτι.

Κι όμως, τέτοιοι αόρατοι άνθρωποι υπάρχουν πολλοί και μέσα σ αυτή την αόρατη ''χώρα'' μέσα στη χώρα, υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη ομάδα αοράτων: οι επιβιώσαντες ενός πραγματικού πολέμου.Υπέργηροι, πολλοί ανάπηροι, ίσως και μερικοί εξ αυτών: με αλτσχάιμερ, μια να θυμούνται, δέκα να μην καταλαβαίνουν... Υποφέρουν αυτοί οι άνθρωποι, υποφέρουν ως υπερήλικες, αλλά υποφέρουν και ως ήρωες. Με στωικότητα και αξιοπρέπεια. Αυτό ακριβώς που δεν έχουν οι ταγοί μας. Τσίπα. Τσίπα το λέμε ακόμη και σήμερα.

Γυρίζοντας τη ταινία της ζωής προς τα πίσω, κάπου στη δεκαετία του 40 ήταν αμούστακα αγόρια, 15 χρονών, 20 χρονών, αλλά είχαν ήδη μεγαλώσει με τις σωστές αρχές, είχαν ήδη στο DNA τους τα γονίδια πανάρχαιων αξιών, ελληνικών αξιών: αγάπη για τη πατρίδα, σέβας στον μεγαλύτερο, αυτοθυσία για τον αδύνατο, και όρεξη για δουλειά. Στην συντρηπτική πλειοψηφία, ήταν χειρονακτική δουλειά, δουλειά του χωραφιού. Να σπέρνεις την ιερή γη και να μεταλαμβάνεις τη σοδειά. Έρχονταν και έφευγαν οι εποχές, κι η γη, αντιπαλεύοντας με τα καιρικά φαινόμενα, έδινε κάθε φορά τη δική της ευλογία στη ζωή που έθρεφε.

Ήρθε ο πόλεμος και τα έφερε όλα πάνω κάτω. Τα χωράφια άδειασαν γιατί έφυγαν στρατιώτες. Μερικοί έφυγαν και στα βουνά. Γύρισαν λίγοι, επιβίωσαν μέχρι σήμερα μια χούφτα άνθρωποι, μετρημένοι στα δάχτυλα πλέον. Κι αυτοί οι άνθρωποι που έδωσαν τα πάντα τους για πάντα, στέκουν σήμερα βουβοί σε κάποιο χαμόσπιτο, σε κάποιο οίκο "ευγηρείας".Καλά στερνά που λέγανε κι οι παλιοί. Κάτι ήξεραν, αλλά πού να φανταστούν αυτό το όνειδος;

Σήμερα είναι 25η Μαρτίου. Επιβιώσαντες της Ελληνικής Επανάστασης δεν υπάρχουν. Υπάρχουν όμως πολεμιστές ανδρείοι, σαν κι αυτούς που πολέμησαν στην Ελληνική Επανάσταση. Σεμνοί κι ανδρείοι.Και αόρατοι. Κανένας μεταμοντέρνος ρεβιζιονιστής Βερέμης, καμία λαλίστατη Ρεπούση δεν ασχολείται μαζί τους, γιατί δεν τολμάει να ασχοληθεί όσο οι άνθρωποι αυτοί είναι εν ζωή. Όταν όμως φύγουν και γίνουν εικόνισμα στο σπίτι των απογόνων τους, ή και σε κανένα ξεχασμένο σχολείο ή το δημαρχείο του μικρού χωριού τους, τότε θα αρχίσει το σκύλεμα της δόξας.

Σήμερα έχουμε παρέλαση. Οι νέοι μας, όπως ήταν αυτοί οι αόρατοι, νέοι το 40, τα 15χρονα και τα 17χρονα νιάτα μας θα παρελάσουν μέσα από ένα παράξενο ανθρωποτοπίο: προδότες πολιτικοί, μαριονέτες της εξουσίας και της χλιδής απ τη μία, κάτω απ' τα υπόστεγα να τους προστατεύουν απ' τις ακτίνες του ζωοποιού φωτός, ένστολοι έτοιμοι να υπερασπιστούν την πατρίδα από φυσικό ακρωτηριασμό απ την άλλη, στωικοί αόρατοι επιβιώσαντες του πολέμου στα αναπηρικά καροτσάκια του πιο κάτω, και πολύς, βουβός, οργισμένος κόσμος τριγύρω, πολίτες μια χώρας χωρίς πολίτευμα πλέον, μιας χώρας υποδουλωμένης εκ των έσω.

Πάμε στην παρέλαση και δεν μένουμε κολλημένοι στις οθόνες. Αυτοί οι άνθρωποι, οι "αόρατοι" 'Ελληνες, ίσως αύριο να μην ζουν ανάμεσά μας. Είναι απ τις τελευταίες μας ευκαιρίες να τους δούμε από κοντά, ίσως να τους χαμογελάσουμε, ίσως να καταφέρουμε να τους χαιδέψουμε το αποστεωμένο χέρι. Φόρος τιμής σ αυτούς κι ανάμνηση των αισθήσεών μας.

Ίσως ίσως να τους ψιθυρίσουμε και μια υπόσχεση: ότι θα πάρουμε τα όπλα τους, τα αόρατα όπλα των αξιών, του ήθους, της λεβεντιάς, της επιμονής, της ελληνοφροσύνης τους και θα συνεχίσουμε το δικό μας, σημερινό πόλεμο.